|
11/7/2026
|
Τι ακριβώς συζητάμε για τις εκλογές, αν όχι για κάτι πέρα από το σήμερα;
|
Του Γιάννη Τσούτσια
|
|
|
Μπορούμε να πούμε πολλά για τις εκλογές και για όσα γύρω από αυτές συντρέχουν. Αλλά θα ήταν άδικο να μείνουμε σε σχολιασμούς και σε όσα συντρέχουν στο τηλεοπτικό προσκήνιο, όταν είναι βέβαιο ότι παίζονται ζητήματα μεγαλύτερης σημασίας και ασύγκριτα μεγαλύτερη βαρύτητας, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τακτικό τρόπο. Ένας δεκαπενταετής κύκλος μεγάλων πολιτικών ρευστοποιήσεων κλείνει. Ως η άλλη όψη της μεγάλης αποδόμησης και της ήττας του αντιμνημονιακού κινήματος. Είναι η ώρα των στρατηγικών σχεδίων. Όχι μόνο των κινήσεων τακτικής. Που αφορούν στην ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ μέσω ενός οικοδομούμενου διπολισμού, με επιθετικό εκτελεστικό βραχίονα την κεντροαριστερά. (χωρίς πάντως ακόμη αυτά να βρίσκουν ιδιαίτερη ανταπόκριση). Και μόνο το εγχείρημα αλλαγής των πολιτικών ισορροπιών μετά την 15ετή αποδιάρθρωσή τους, το οποίο υλοποιείται με νονούς έξω και πάνω από τα κόμματα, ορίζει τη βαρύτητα του σχεδίου. Η φθορά Μητσοτάκη, η αδυναμία του μονοκομματισμού αλλά και όσα έρχονται από το μέλλον, οδηγούν εσπευσμένα σε μια προσπάθεια ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ, με δεδομένο ότι μπροστά μας ανοίγονται μεγάλης βαρύτητας εξελίξεις, για τις οποίες οι συσχετισμοί στο κομματικό σύστημα και οι υπογραφές που θα απαιτηθούν, έχουν σημασία.
Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι στην προηγούμενη περίοδο του μονοπολικού σκηνικού, συνέβησαν διάφορα γεγονότα και εκδηλώθηκαν απροσδόκητες αντιδράσεις. Αυτή είναι και η λειτουργία του διπολισμού, οι διαμαρτυρίες να αθροίζονται στον «απέναντι». Όσο αυτό δεν συνέβαινε στη διάρκεια της παρατεταμένης - κατά φάσεις - ήττας του Κινήματος, όσο η κεντροαριστερά αδυνατούσε να λειτουργήσει ως υποστύλωμα του συστήματος, αναδύθηκαν σημαντικά ΠΑΡΑΘΥΡΑ λαϊκής έκφρασης και λαϊκής παρουσίας. Αυτά ακριβώς τα παράθυρα επιχειρεί να σφραγίσει τώρα ο υπό κατασκευή διπολισμός, ενσωματώνοντας και εξημερώνοντας την αυθεντική λαϊκή αντίδραση.
Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ δεν είναι εύκολη. Ούτε το να βρει κανείς μια οπτική για να προσεγγίσει τα πράγματα, πόσο μάλλον το να βρει πολιτικές απαντήσεις. Μπορούμε ωστόσο εδώ να παρατηρήσουμε, ότι όσοι συνεχίζουν να ασκούν πολιτική με κεντρικό άξονα την καταγγελία του παρακράτους του Μητσοτάκη, (οι περισσότεροι βέβαια, αυτό κάνουμε, και δύσκολα μπορούμε και να το αποφύγουμε), αντιλαμβάνονται σχετικά γρήγορα ότι αυτή τους η κριτική, όσο επιμελημένη κι αν είναι, καταλήγει στο τέλος ενσωματώσιμη στο κεντροαριστερό σενάριο ανασυγκρότησης και στον Τσίπρα. Από την άλλη, όσοι, για να αποφύγουν την ενσωμάτωση καταφεύγουν στα γνωστά και επαναλαμβανόμενα, ότι το πρόβλημα δεν είναι να αλλάξουμε διαχειριστή όσο το status μένει άθικτο, παραμένουν σε μια κατάσταση άσφαιρης ιδεολογικής κριτικής τύπου ΚΚΕ. Απέναντι λοιπόν στη Σκύλλα και την Χάρυβδη, στην ενσωμάτωση ή την απραξία, η μόνη ικανοποιητική απάντηση θα ήταν η διαμόρφωση μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, η οποία θα πρέπει να απευθυνθεί στο Κίνημα, στον Λαό και τη Χώρα. Τέτοιας τάξης είναι η αναγκαία απάντηση εν όψει του νέου πολιτικού κύκλου. Κι αν και βρισκόμαστε μακριά από κάτι τέτοιο, μπορούμε τουλάχιστον να συζητήσουμε κάποια πράγματα που ενδεχομένως θα έπρεπε να τεθούν κατά προτεραιότητα.
Για να το θέσουμε διαφορετικά: ΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΣΗΜΕΡΑ ΝΑ ΕΙΠΩΘΕΙ; (ανεξάρτητα από το ποιος θα το έλεγε και με ποιο τρόπο και εάν θα το κατάφερνε); Καθώς ήδη έχει επισημανθεί ότι το ζήτημα της χώρας είναι υπαρξιακό, άρα καθολικό και πολυεπίπεδο, μέσα σ’ αυτή την καθολικότητα, ποιες προτεραιότητες πρέπει να ορίσουμε και πολιτικές ανασυγκρότησης του Κινήματος, του λαού και της χώρας;
Θα εστιάσουμε σε τρία ζητήματα:
1. ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΣ – Το ζήτημα της δημοκρατίας
Ο διαρκής ατελεύτητος εκδημοκρατισμός είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να τεθεί το ζήτημα της δημοκρατίας, ώστε αυτή να μην είναι αφηρημένη και κοινότυπη. Ώστε να μην προδίδεται το περιεχόμενό της. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα:
Χρειάζεται πρώτα απ’ όλα, εκδημοκρατισμός των θεσμών. Το παράδειγμα από το χώρο της δικαιοσύνης στις μέρες μας είναι αποκαλυπτικό. Επισημαίνεται η χειραγώγησή της από τον Μητσοτάκη και προτείνονται τρόποι ενίσχυσης της ανεξαρτησίας της, αλλά παραβλέπεται ότι και αυτή είναι μια εξουσία που πρέπει να ελέγχεται. Και ξεχνιέται ακόμη και η ιστορία του τόπου, σύμφωνα με την οποία, η άγρια ανομική δράση των θεσμώνκορυφώθηκε όταν αυτοί μεταμορφώθηκαν σε στεγανά. Ήτοι χώρους απροσπέλαστους και ανεξέλεγκτους. Όλο αυτό δεν μπορεί σήμερα να προτείνεται ως λύση. Τα στεγανά από τη φύση τους είναι η φωλιά του παρακράτους. Σε αντιδιαστολή, θα έπρεπε να ζητηθεί ο εκδημοκρατισμός της δικαιοσύνης. Και η κάθαρση. Απλά και καθαρά. Ο εκδημοκρατισμός και η κάθαρση της δικαιοσύνης να γίνει αίτημα, να γίνει σύνθημα και πολιτική επιδίωξη μετασχηματισμού. Όταν μιλάμε πάντως για εκδημοκρατισμό, δεν εννοούμε κάτι που αναφέρεται μόνο σε θεσμούς. Δεν μιλάμε για μια μηχανική των θεσμών. Μιλάμε για το πώς οργανώνεται και πώς λειτουργεί το πολιτικό σύστημα. Μιλάμε για το άρθρο 86, το ανεξέλεγκτο της κυβέρνησης, τη Βουλή ως πλυντήριο ποινικών και πολιτικών σκανδάλων, για τα εξωθεσμικά προσαρτήματα που σφραγίζουν το πολιτικό σύστημα, όπως ΜΜΕ, διαπλοκή, ΚΥΠ, παρακολουθήσεις, μιλάμε για δημοσκοπικές εταιρείες που κατασκευάζουν τις πολιτικές δυναμικές, για τα ακαταδίωκτα τύπου ΤΑΥΠΕΔ, μνημονιακών θεσμών, για την Τράπεζας της Ελλάδας, μιλάμε για σκοτεινή πλευρά του κράτους. Μιλάμε για το πώς λειτουργεί συνολικά η πολιτική ζωή, πώς παρακάμπτεται η λαϊκή διαθεσιμότητα, η πολύμορφη κοινωνική προσφορά, ακόμη και για το πώς λειτουργούν τα κόμματα, που ολοένα και περισσότερο χαρακτηρίζονται ως συμμορίες. Μιλάμε για το πώς εκδηλώνεται η πολιτική στη χώρα. Δεν μιλάμε πάντως για μια δημοκρατία που παραπέμπει σε μετριοπάθεια και παραμονή στα υπάρχοντα πλαίσια, αλλά για μια στρατηγική εκδημοκρατισμού ως μια διαρκή ρήξη, ως τρόπο δράσης, ως εισβολή του λαού στο προσκήνιο. Μιλάμε για το παντοτινό πρότυπο.
Επ’ αυτού ίσως υπάρξουν ενστάσεις. Ότι ο εκδημοκρατισμός δεν έχει το αναγκαίο αντισυστημικό ή αντικαπιταλιστικό βάθος. Στις οποίες θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει, ότι ο αυτός εξασφαλίζει τη λαϊκή συμμετοχή σε όλη τη διαδικασία. Διασφαλίζοντας και το αντικαθεστωτικό δυναμικό της δημοκρατίας. Όπως και να ‘χει, στο βαθμό που πιστεύουμε και ελπίζουμε ότι είναι δυνατή μια βαθύτερη κοινωνική αλλαγή, η έξοδος από τη σημερινή κατάσταση προς κάτι καλύτερο, ότι κι αν είναι αυτό, τότε το ζήτημα του εκδημοκρατισμού θα είναι στο επίκεντρο. Και μόνο για το λόγο ότι ο εκδημοκρατισμός υπόσχεται πάντοτε το επιπλέον, το κάτι πέρα από το σήμερα.
2. ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ
Ας ξεκινήσουμε με μια εισαγωγική παρατήρηση για κάποια πράγματα που συζητιούνται: Ναι, εξακολουθούν να ζητούνται πολιτικές εθνικής κυριαρχίας. Οι οποίες όμως πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από μια αντιστροφή της παγκοσμιοποίησης και στροφή στην επανενδυνάμωση του εθνικού κράτους. Και κυρίως, πρέπει να είναι και κάτι διαφορετικό.
Η επιστροφή στην εθνική αναδίπλωση δεν είναι επαρκής. Οι στρατηγικές της εθνικής ανεξαρτησίας που ήταν πολλαπλά ωφέλιμες για τους λαούς στην προηγούμενη περίοδο. Δεν αντιστοιχούν όμως στη σημερινή φάση πολιτικοοικονομικής διαμόρφωσης του συστήματος. Αντίθετα, ο στόχος για εθνική κυριαρχία είναι εφικτός. Σε έναν κόσμο πολλαπλών αλληλεπιδράσεων, άρα και πιέσεων, σηματοδοτεί μια εσωτερική δυνατότητα. Μόνο που αυτή η δυνατότητα πρέπει να πιστοποιηθεί και διεθνώς. Εκεί ακριβώς που εκδηλώνονται οι μεγάλες σχέσεις κυριαρχίας. Η εθνική κυριαρχία δεν είναι αυτάρκεια. Είναι διεθνής παρουσία. Είναι επιλογές σε έναν κόσμο ήδη πολυπολικό, που επομένως αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια επιλογών. Σε κάθε περίπτωση, η χώρα πρέπει να αποκτήσει εξωτερική πολιτική και μάλιστα σε άλλη κατεύθυνση. Αυτό σημαίνει ρήξεις με τα σημερινά πλαίσια, δεν σημαίνει τεχνικές και εξυπνασκισμούς. Ούτε απλά αυτό που ονομάζεται πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, μια πολιτική ανοιγμάτων, ταξιδιών και διπλωματικών κινήσεων. Χρειαζόμαστε μια εξωτερική πολιτική μέσα από μια άλλη οπτική για τον κόσμο και με διαφορετικό ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Η Ευρώπη της κρίσης, προσδεμένη στην αρπακτικότητα του νεοφιλελευθερισμού τόσα χρόνια, δεν είδε την εσωτερική της υπονόμευση. Τώρα προσπαθεί να αντιμετωπίσει την γεωπολιτική της κατεδάφιση μέσα από την παράδοση στο παγκοσμιοποιημένο κόμμα του πολέμου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο ιδεολογικός μανδύας του ευρωπαϊσμού έχασε κάθε έννοια. Οι πολιτικές δομές της Ευρώπης απονομιμοποιούνται. Η συνοχή της δοκιμάζεται. Τα αντιτιθέμενα γυμνά συμφέροντα, δεν επαρκούν για ενοποίηση. Η Ευρώπη είναι σε πορεία αποδιάρθρωσης. Χωρίς επιστροφή; Αυτό μένει να κριθεί. Ωστόσο το αίτημα για μια άλλη Ευρώπη, δημοκρατική, συνεργατική, σε αντίθεση με τον βρόγχο της σημερινής Ε.Ε., θα δυναμώσει. Μικρότερες δυνάμεις, κράτη και λαοί, θα το θέσουν επιτακτικότερα, Θα του δώσουν μορφή. Και η Ελλάδα πρέπει να βρει τη θέση της μέσα σε αυτά και να έχει ρόλο.
Σε ότι αφορά τα ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, είναι κι εδώ προφανές ότι χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική απέναντι στην τουρκική απειλή. Ο ενδοτισμός τελικού σταδίου που ακολουθείται, πρέπει έστω και τώρα, να ανασχεθεί. Αλλά δεν φαίνεται να υπάρχουν οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο. Η πλειοψηφία του πολιτικού φάσματος, με παραλλαγές, είναι στην τρέχουσα γραμμή. Είναι λίγες οι φωνές αντίστασης, που προσπαθούν να μιλήσουν πολιτικά και να επιμείνουν σε ένα άλλο πολιτικό σχέδιο. Και πάντα υπάρχει ο μαχητικός βερμπαλισμός που προτείνει αγωνιστικές στάσεις χωρίς προϋποθέσεις, μονάχα με φαεινές ιδέες. Και ακόμη, υπάρχουν πάντα και εκείνοι του νατοϊκού πατριωτισμού, που μιλούν αντιενδοτικά, αλλά παρακάμπτουν το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ δεν αναγνωρίζει όχι μόνο τα δικαιώματα της Ελλάδας στις θαλάσσιες ζώνες, αλλά ούτε τον σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας της, όπως φαίνεται από τη στάση της συμμαχίας στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, στα εναέρια σύνορα κλπ. Στην πραγματικότητα όλα αυτά πιστοποιούν την κατάρρευση αυτού που ονομάζεται εθνική γραμμή. Η οποία συμπυκνώνονταν σε μια στρατηγική επίκλησης του διεθνούς δικαίου και στην παραπομπή των διαφορών με την Τουρκία στην Χάγη. Αλλά ως γνωστόν, η Χάγη θέλει συνυποσχετικά. Στον διάλογο για τα οποία, εμείς μπορεί να θέλουμε να τεθεί μόνο η υφαλοκρηπίδα αλλά οι Τούρκοι θέλουν να τεθούν τα πάντα. Και οι Ευρωπαίοι, μεγάλα κράτη και θεσμοί που ενεργοποιούνται για την υλοποίηση τέτοιων διαδικασιών, μας ψιθυρίζουν στο αυτί διαφορετικά λόγια από αυτά που θα θέλαμε να ακούσουμε… Την ίδια ώρα, ο κ. Τσίπρας μιλάει για Πρέσπες του Αιγαίου, ενώ ο κ. Μητσοτάκης για διαφορές, όχι για μια διαφορά και μας προετοιμάζει καταλλήλως. Όλο το πλαίσιο του εθνικού πρέπει να ξανατεθεί υπό εξέταση. Και αυτό απαιτεί μια επιτελική ικανότητα. Η οποία πρέπει να διαμορφωθεί στο πλαίσιο της υποκειμενικής ανασυγκρότησης του λαού και της χώρας.
3. Το ζητούμενο της κοινωνικής ανασυγκρότησης - (Πολιτικές για την ανάταξη της κοινωνικής αποδιάρθρωσης).
Δεν χρειάζεται να περιγράψουμε τη διάλυση της κοινωνίας. Την βιώνουμε. Στα γεγονότα με το άγριο μαχαίρωμα του 15χρονου στην Καλλιθέα, η αστυνομία ψάχνει και προσπαθεί να αναδείξει μια κοινωνικά αποδεκτή ερμηνεία, ότι επρόκειτο για καυγά μεταξύ χούλιγκανς. Για να μένει στο ημίφως αυτό που συντελείται μπροστά στα μάτια μας, μια εκτεταμένη συμμοριοποίηση στο χώρο της νεολαίας με αυθόρμητα και πηγαία χαρακτηριστικά. Είναι η προδιαγεγραμμένη πορεία μιας νεολαίας που το μόνο που της μαθαίνουν είναι ότι πρέπει να επιβιώσει κυνικά, όλα τα υπόλοιπα μικρή σημασία έχουν.
Στα θεμέλια του συστήματος δεν βρίσκονται μόνο η καταπίεση και η εκμετάλλευση. Βρίσκεται επιπλέον η παραγωγή και η αναπαραγωγή της αλλοτρίωσης. Η εμπορευματοποίηση σχέσεων και ανθρώπων. Στη σημερινή εποχή έχει ολοκληρωθεί η διαμόρφωση που κατευθύνει τους συμβολισμούς και τις σημασίες. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αυτού του πρέπει να δοθεί η μάχη του νοήματος, θεωρητικά και πρακτικά. Η μεταμοντέρνα πραγματικότητα συρρικνώνει τον άνθρωπο, του επιφυλάσσει ρόλο καταναλωτή και υποτακτικού στους υπέρτατους κανόνες της αγοράς. Και μετά, αν κάτι έχει απομείνει από αυτόν, τον περιμένουν οι εκτονωτικές ψευδαισθήσεις του διαδικτύου. Απέναντι σ’ αυτό χρειαζόμαστε επειγόντως μια νέα κοινωνικοποίηση, η οποία διακυβεύεται αποφασιστικά στον δημόσιο χώρο αλλά και στους χώρους της καθημερινότητας. Μια νέα κοινωνικοποίηση με δημοκρατία και συμμετοχή. Και να μην ξεχνάμε ότι πίσω από το μονοσήμαντο των κοινωνικών αιτημάτων, κρύβονται άνθρωποι που θέτουν τα συνολικότερα και τα σημαντικότερα.
* Oμιλία - συμμετοχή στη θερινή συνάντηση της «Πανελλαδικής Δικτύωσης για το Υπαρξιακό» στην αυλή του Μουσείου Πολιτικών Εξορίστων Αη-Στράτη, που έγινε την Δευτέρα 22 Ιουνίου. Μαζί με Δημήτρη Ουλή και Ρούντι Ρινάλντι. Αναδημοσίευση από τον ΔΡΟΜΟ της Αριστεράς" του Σαββάτου 4 Ιουλίου 2026.
|
|
|
104
|
|
|
|
|
|
|